Αλλαγές στο N.3869/10 (Νόμoς “Κατσέλη”) – 12.06.2013

Οι βασικές Αλλαγές στο Ν. 3869/2010-Μία πρώτη ερμηνευτική προσέγγιση από την «ΕΝΩΣΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΩΝ» και το Νομικό Σύμβουλό της, Μιχαήλ Ι. Κούβαρη

Μετά από ένα (1) ένα χρόνο διαβούλευσης μεταξύ της Ένωσης Τραπεζών, των πιστοποιημένων Καταναλωτικών Ενώσεων και του Υπουργείου Ανάπτυξης, κατατέθηκε και ψηφίστηκε στις 11/06/2013 από τη Βουλή των Ελλήνων το πολυαναμενόμενο Νομοσχέδιο με τίτλο «Πρόγραμμα Διευκόλυνσης για ενήμερους δανειολήπτες και τροποποιήσεις του ν. 3869/2010». Ο εν λόγω Νόμος δεν έχει ενσωματώσει παρά στο ελάχιστο τις τροποποιήσεις εκείνες, τα κριτήρια και τις διαδικασίες που είχαν συζητηθεί.

Σκιαγράφηση των βασικών αλλαγών:

  • Κατάργηση της διαδικασίας εξωδικαστικού συμβιβασμού  και προσθήκη του σταδίου του προδικαστικού συμβιβασμού

Η αρχική αλλαγή στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 αφορά τη βεβαίωση οφειλών (αναλυτική κατάσταση οφειλών) που εκδίδεται από τους πιστωτές σε διάστημα όχι πλέον πέντε (5), αλλά δέκα (10) ημερών και θα περιλαμβάνει πέρα από το υπόλοιπο των απαιτήσεών τους αναλυμένο κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και το 10% της παλαιάς δόσης που θα καλείτο να καταβάλλει ο δανειολήπτης προκειμένου να πληρώνει εμπρόθεσμα τα δανειακά του προϊόντα (το 10% της τελευταίας ενήμερης δόσης), ενώ πλέον οι πιστωτές που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή υποχρεούνται και σε ορισμό αντικλήτου για τους εκδοχείς των απαιτήσεων τους, προκειμένου να καθίσταται εφικτή η ταχεία επίδοση της αίτησης και η έναρξη της διαδικασίας.

Με το άρθρο 11 του παρόντος νόμου, το στάδιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού καταργείται και πλέον η έναρξη της διαδικασίας υπαγωγής στο Ν. 3869/2010 εκκινεί απευθείας με την κατάθεση της αιτήσεως του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 στη γραμματεία του κατά τόπο αρμοδίου δικαστηρίου (το δικαστήριο του τόπου κατοικίας, ή προσωρινής διαμονής του εκάστοτε δανειολήπτη). Με την αίτηση του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 σωρεύεται και αίτημα υπαγωγής στη διαδικασία του προδικαστικού συμβιβασμού, καθώς και αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής με την οποία θα δύναται να ανασταλούν τα προληπτικά και καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών σε βάρος του εκάστοτε δανειολήπτη, μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της υπό κρίση αιτήσεώς του, σε περίπτωση μη επίτευξης συμβιβασμού μεταξύ πιστωτών και δανειολήπτη, την προκαθορισμένη ημερομηνία συζητήσεως της διαδικασίας προδικαστικού συμβιβασμού.

Σημειώνεται ότι την ημέρα κατάθεσης της αιτήσεως του αρ. 4 του Ν. 3869/2010, ο εκάστοτε καταθέτων δανειολήπτης υποχρεούται πλέον, δυνάμει του άρθρου 12 να προσκομίζει τα απαραίτητα έγγραφα για την διαπίστωση της οικονομικής, προσωπικής και περιουσιακής του κατάστασης. Ενδεικτικά έγγραφα αποτελούν 1) Αντίγραφο Δελτίου Ταυτότητας, 2) πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, 3) εκκαθαριστικά σημειώματα των τελευταίων 5 ετών, 4) δήλωση φορολογίας εισοδήματος (Ε1) του τελευταίου έτους, 5) δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) του έτους 2005 και μεταγενέστερα, 6) ΕΤΑΚ του έτους 2009, 7) τίτλοι ιδιοκτησίας ακινήτων, 8) τριμηνιαίο εκκαθαριστικό συνταξιοδοτικών καταβολών για συνταξιούχους, 9) πρόσφατο εκκαθαριστικό μισθοδοσίας για ιδιωτικούς και δημοσίου υπαλλήλους, 10) Εκκαθαριστικό ΦΠΑ και Ε3 για ελεύθερους επαγγελματίες, 11) κάρτα ανεργίας και βεβαίωση χρόνου ανεργίας για ανέργους, 12) ιατρικά πιστοποιητικά σε περίπτωση προβλήματος υγείας και 13) απόφαση διαζυγίου, ή πνευματική λύση του γάμου σε περίπτωση διαζυγίου. Στα ανωτέρω έγγραφα θα πρέπει να προσκομισθεί και η Υπεύθυνη Δήλωση περί πληρότητας καταστάσεων και στοιχείων, της οποίας το γνήσιο της υπογραφής καλό είναι να επικυρώνεται την ίδια την ημέρα κατάθεσης της αιτήσεως του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 για να μην υπάρξουν τυπικά ζητήματα.

Επομένως, όπως και μέχρι σήμερα, με την κατάθεση της αιτήσεως του άρ. 4 του Ν. 3869/2010 προσδιορίζονται δύο ημερομηνίες δικασίμου. Μία για τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής κατά το άρθρο 781 ΚΠολ.Δ., η οποία βάσει του νέου Νόμου προσδιορίζεται υποχρεωτικά μέσα σε διάστημα δύο (2) μηνών από την κατάθεση της αιτήσεως του αρ. 4 του ν. 3869/2010 και μία για τη συζήτηση της αιτήσεως, η οποία προσδιορίζεται υποχρεωτικά σε διάστημα έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αιτήσεως του αρ. 4 του ν. 3869/2010. Στην πράξη βέβαια και λαμβανομένης υπόψη της παρούσας κατάστασης που επικρατεί στα Ειρηνοδικεία όλης της χώρας, δεν αναμένεται να γίνουν σεβαστά τα εν λόγω αποκλειστικά χρονικά διαστήματα προσδιορισμού των αιτήσεων.

Περαιτέρω, αλλάζουν και οι προθεσμίες επίδοσης της αιτήσεως προς τους πιστωτές. Συγκεκριμένα, η κατατεθειμένη αίτηση του αρ. 4 πρέπει να επιδίδεται μέσα σε διάστημα 15 ημερών από την κατάθεση και όχι εντός μηνός με δικαστικό επιμελητή προς το σύνολο των πιστωτών, προκειμένου να ενημερωθούν οι τελευταίοι για τον προσδιορισμό εκδίκασης της αίτησης και επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού και με ταυτόχρονη πρόσκληση προς τους πιστωτές να υποβάλλουν τις απόψεις τους για το προτεινόμενο σχέδιο ρύθμισης του δανειολήπτη, σε διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση και σε περίπτωση που υπάρχει εγγυητής, η αίτηση πρέπει να κοινοποιείται και σε αυτόν.

Επιπλέον για το διάστημα από την κατάθεση της αιτήσεως του αρ. 4 του Ν. 3869/2010 μέχρι και την ημερομηνία που έχει προσδιορισθεί για την επικύρωση του συμβιβασμού μεταξύ πιστωτών και δανειολήπτη, η οποία και συμπίπτει με τη συζήτηση του αιτήματος για χορήγηση προσωρινής διαταγής σε περίπτωση μη επίτευξης συμβιβασμού (ήτοι εντός διμήνου από την κατάθεση της αιτήσεως του αρ. 4ν 3869/2010) αναστέλλονται υποχρεωτικά τα καταδιωκτικά μέτρα εναντίον του δανειολήπτη και απαγορεύεται κάθε νομική και πραγματική μεταβολή στην περιουσιακή του κατάσταση (δεν μπορεί να προβεί σε μεταβιβάσεις ακινήτων, ενώ οι πιστωτές δεν μπορούν να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης στον διάστημα αυτό).

  • Εκκίνηση καταβολών με την κατάθεση της αίτησης του αρ. 4 του Ν. 3869/2010

Ο δανειολήπτης υποχρεούται πλέον να εκκινήσει τις καταβολές προς τους καθών πιστωτές του με την κατάθεση της αίτησης του αρ. 4 του Ν. 3869/2010. Οι καταβολές αυτές είναι το προτεινόμενο από εκείνον ποσό δόσης (ουσιαστικά ο ίδιος πίνακας που υπήρχε και στην παλαιότερη διαδικασία του προτεινόμενου σχεδίου δικαστικού συμβιβασμού, με καθορισμό ενός συνολικού ποσού δόσης, το οποίο και διανέμεται συμμέτρως στους πιστωτές, ήτοι ανάλογα με το ποσοστό συμμετοχής καθενός στο συνολικό ύψος της οφειλής). Παρά ταύτα, το ποσό δόσης προς έκαστο πιστωτή, δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το 10% της παλαιάς ενήμερης δόσης που κατέβαλλε ο δανειολήπτης και η οποία αναγράφεται πλέον υποχρεωτικά από τους πιστωτές, κατά τα ανωτέρω, στην αναλυτική κατάσταση οφειλών που εκδίδουν οι τελευταίοι), αλλά ούτε και μικρότερη από το ελάχιστο συνολικό ποσό των σαράντα (40,00) Ευρώ σύμμετρα διανεμόμενο προς τους πιστωτές, που ο Νόμος θέτει. Σε περίπτωση λοιπόν που το προτεινόμενο από το δανειολήπτη ποσό προτεινόμενης δόσης ξεπερνά τα ελάχιστα όρια που θέτει ο Νόμος και είναι εύλογο, ήτοι προκύπτει από την εξίσωση [(Εισόδημα δανειολήπτη +ποσοστό συνεισφοράς συζύγου, ή άλλου προσώπου)-έξοδα διαβίωσης δανειολήπτη και προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του] θα μπορεί να καταβάλλει το προτεινόμενο από εκείνον ποσό μέχρι και την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεώς του. Σημειώνεται ότι τα ανωτέρω ελάχιστα όρια που έχουν τεθεί, δύναται να παρακαμφθούν μόνο κατά τη συζήτηση της προσωρινής διαταγής και μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις του αρ. 8 παρ 5 του Ν. 3869/2010, ήτοι σε περίπτωση χρόνιας ανεργίας χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη (ζήτημα ανακύπτει για περίπτωση ανεργίας προσώπων που ουδέποτε εργάστηκαν), ή ύπαρξης σοβαρών προβλημάτων υγείας σε συνδυασμό με ισχνό μηνιαίο εισόδημα. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση μη καταβολής των ανωτέρω δόσεων από το δανειολήπτη για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών, εφαρμόζεται αναλογικά το άρθρο 11 παρ.2 του ν. 3869/2010, ήτοι επέρχεται η έκπτωσή του από τη διαδικασία ρύθμισης.

  • Συμβιβασμός με πιστωτές

Συμβιβασμός με τους πιστωτές μπορεί να επέλθει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εφόσον συμφωνούν πιστωτές που έχουν το 50+1% του συνόλου των δανειακών υπολοίπων και πάντως σίγουρα οι εμπραγμάτως εξασφαλισμένοι πιστωτές και μόνο εφόσον υπάρχει αναλογική ικανοποίηση των υπολοίπων πιστωτών. Σε περίπτωση συμβιβασμού επικυρώνεται το σχέδιο συμβιβασμού από τον Ειρηνοδίκη Υπηρεσίας και αποκτά ισχύ δικαστικής απόφασης. Η επιπλέον διαφορά που προκύπτει με το νέο νόμο είναι ότι ο συμβιβασμός μεταξύ πιστωτών και δανειολήπτη μπορεί να επέλθει μέχρι και τη συζήτηση της εκάστοτε υποθέσεως.

  • Καθολικότητα Πιστωτών

Δίνεται πολύ μεγάλη σημασία στην καθολικότητα των πιστωτών. Στην αίτηση του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 υπάγονται υποχρεωτικά όλοι οι πιστωτές, καθόσον αναφέρεται ότι «το ίδιο αποτέλεσμα και με τους ίδιους όρους  επέρχεται και στην περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει δολίως, ή από βαριά αμέλεια να συμπεριλάβει πιστωτές στην κατάσταση πιστωτών», ήτοι απόρριψη της αιτήσεως και μάλιστα για παράβαση καθήκοντος αλήθειας, ήτοι δυνατότητα κατάθεσης νέας αίτησης μόνο δύο (2) έτη μετά τη δημοσίευση της απορριπτικής αποφάσεως. Μάλιστα έχει προστεθεί και μία ουσιαστικά μεταβατική παράγραφος, η οποία ορίζει ότι σε περίπτωση παράλειψης πιστωτή στην κατάσταση πιστωτών και απαιτήσεων και σε περίπτωση που το Δικαστήριο διαπιστώσει κάτι τέτοιο, έχει τη δυνατότητα, βάσει και του ανακριτικού συστήματος, είτε να ρυθμίσει και τις απαιτήσεις του παραληφθέντος πιστωτή, είτε να διατάξει επανάληψη συζήτησης σε νέα δικάσιμο, προκειμένου να κληθεί και ο παραληφθείς πιστωτής και να καταστεί διάδικος. Η προσθήκη αυτή ουσιαστικά αποτελεί φωτογραφική ρύθμιση για διευθέτηση του ζητήματος απόρριψης αιτήσεων λόγω προνομιακής ικανοποίησης του πιστωτή που παρελήφθη. Σύμφωνα με την εν γένει δικαστηριακή πρακτική ο παραληφθείς πιστωτής είναι συνήθως το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο ΑΤΕ, ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, λόγω του ότι οι συγκεκριμένοι πιστωτές εξέδιδαν προεγκριμένα δάνεια που εξυπηρετούνταν με παρακράτηση από μισθοδοσία, ή σύνταξη και σε αρκετές περιπτώσεις δεν περιλαμβάνονταν στην κατάσταση πιστωτών από τους δανειολήπτες, δεδομένου ότι κατά το χρονικό διάστημα κατάθεσης των ήδη εκκρεμών αιτήσεων δεν είχε ξεκαθαριστεί εάν και κατά πόσο υπάγονται στις διατάξεις του Ν. 3869/2010.

  • Δικαστική Ρύθμιση

Ο καθορισμός των μέχρι σήμερα 4ετών καταβολών από το Δικαστήριο για τη ρύθμιση των οφειλών του εκάστοτε δανειολήπτη αντικαθίσταται με τον καθορισμό καταβολών για χρονικό διάστημα από 3 έως 5 έτη, ήτοι από 36 μέχρι και 60 μήνες. Η διαφορά μεταξύ του ποσού που θα καθορισθεί από το Δικαστήριο και του ποσού που κατέβαλλε ο εκάστοτε δανειολήπτης μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως (ποσό που είχε προτείνει ο ίδιος, εφόσον ξεπερνούσε τα ανωτέρω ελάχιστα όρια του νόμου, ήτοι 10% της παλαιάς ενήμερης δόσης και minimum 40,00 Ευρώ, είτε το ποσό που είχε καθορίσει ο Ειρηνοδίκης κατά τη συζήτηση της επικύρωσης του προδικαστικού συμβιβασμού και της προσωρινής διαταγής) θα πρέπει να καταβάλλεται από το δανειολήπτη μέσα σε ένα (1) έτος από τη δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως. Η προσθήκη αυτή ουσιαστικά απαιτεί από το δανειολήπτη προσεκτικό σχεδιασμό της πρότασής του, η οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι εύλογη με βάση τα εισοδήματά του, ούτως ώστε να μην κληθεί να καταβάλλει κάποιο σημαντικό χρηματικό ποσό διαφοράς με την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως.

Ο καθορισμός των καταβολών του άρθρου 9 που αφορά τη διάσωση της κύριας ή της μοναδικής κατοικίας του εκάστοτε δανειολήπτη θα καθορίζεται κατά το μέγιστο σε ποσοστό 80% πλέον -και όχι 85% όπως μέχρι σήμερα- της αντικειμενικής –και όχι της εκτιμώμενης εμπορικής όπως μέχρι σήμερα- αξίας του εν λόγω ακινήτου και θα έχει μέγιστη διάρκεια τα είκοσι (20) έτη, εκτός εάν η διάρκεια των συμβάσεων, δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι εν λόγω πιστώσεις στο δανειολήπτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι (20) ετών, οπότε και ο δικαστής δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τριάντα πέντε (35) έτη.

Η αντικατάσταση της εκτιμώμενης εμπορικής αξίας, από την αντικειμενική αναμένεται να προσδώσει έναν πιο σαφή και πιο αντικειμενικό χαρακτήρα στον καθορισμό των μηνιαίων καταβολών για τη διάσωση της κύριας, ή της μοναδικής κατοικίας του εκάστοτε οφειλέτη.